Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Swedish Ny Teknik assists with self sustained e-cat test and shows pictures of the 1 megawatt cold fusion unit

Swedish Ny Teknik assists with self sustained e-cat test and shows pictures of the 1 megawatt cold fusion unit

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Από: Καθημερινή


Silicon Valley καλεί Ελλάδα
Eνα χρόνο μετά το αφιέρωμα του «Κ» στους Ελληνες της Silicon Valley, τέσσερις ελληνικές εταιρείες καινοτομίας ταξιδεύουν εκεί για να δοκιμαστούν και να βρουν επενδυτές. Ο Ευ. Σιμούδης της επενδυτικής Trident Capital, από τους πρωτεργάτες της «γέφυρας» συνεργασίας, εξιστορεί το χρονικό της προσπάθειας και μιλάει για τις προοπτικές και τη σημασία της για την Ελλάδα της κρίσης.

Των Αννας Γριμάνη και Κώστα Δεληγιάννη
Φωτογραφιες: Ειρηνη Βουρλουμη
«Σε αυτή την κρίσιμη οικονομική συγκυρία, η Ελλάδα οφείλει να κατανοήσει ότι πρέπει να ζει εντός των ορίων των δυνατοτήτων της. Και ότι, για να ζήσει καλύτερα, πρέπει να δημιουργήσει νέες δυνατότητες, όπως αυτές που προσφέρει η οικονομία της καινοτομίας». Αυτό το σκεπτικό ανέπτυξε ο Ευάγγελος Σιμούδης τον περασμένο Μάιο, σε κλειστή σύσκεψη με διακεκριμένους Ελληνες του εξωτερικού στο γραφείο του πρωθυπουργού. Ως γενικός διευθυντής της Trident Capital, της εταιρείας με έδρα το Palo Alto, η οποία ειδικεύεται σε επενδύσεις στους χώρους της τεχνολογίας και του λογισμικού, είχε πολλά να πει για το μοναδικό μοντέλο λειτουργίας της Silicon Valley και τη σημασία της για την αμερικανική οικονομία.
Συναντηθήκαμε έντεκα μήνες μετά, κατά τη διάρκεια σύντομης επίσκεψής του στην Αθήνα και ενώ ολοκληρώνεται ένα άκρως φιλόδοξο εγχείρημα, που ξεκίνησε από τον περασμένο Αύγουστο, σε συνεργασία με το υπουργείο Παιδείας: 4 ελληνικές εταιρείες καινοτομίας, που επελέγησαν ανάμεσα στις 16 που πρότεινε το υπουργείο, πρόκειται να ταξιδέψουν στη «Μέκκα» της παγκόσμιας καινοτομίας.
Πώς ξεκίνησε η πρωτοβουλία;
Πέρυσι το καλοκαίρι, με ενημέρωσαν από το γραφείο του πρωθυπουργού ότι η κ. Διαμαντοπούλου, ως υπουργός Παιδείας, ήθελε να επισκεφτεί τη Valley. Μια ομάδα Ελλήνων κινητοποιηθήκαμε για να οργανώσουμε την επίσκεψη. Ξεκινήσαμε από τα πανεπιστήμια Stanford και Berkeley, αφού, ως υπουργός Παιδείας, η κ. Διαμαντοπούλου ήθελε αφενός να καταλάβει πώς οι ομάδες στα πανεπιστήμια χρηματοδοτούνται από επενδυτές και ξεκινούν startup εταιρείες και αφετέρου πώς είναι δυνατόν αυτό το μοντέλο να εφαρμοστεί στα ελληνικά πανεπιστήμια. Επίσης, είδαμε τους διαφορετικούς τύπους επενδυτών: από τους angel investors, τους απλούς επενδυτές, που τοποθετούν σχετικά μικρά ποσά (50-150.000 δολάρια) σε startup ή σε μια ομάδα που ακόμα δεν έχει το προϊόν αλλά έχει ιδέες, στους super angels, που κάνουν μεγαλύτερες επενδύσεις, της τάξεως του μισού έως ένα εκατομμύριο. Και από τους venture investors και private acute investors, που κάνουν επενδύσεις σε μεγάλες εταιρείες, μέχρι τον νομικό τομέα, που αποτελεί κρίσιμο λειτουργικό στοιχείο της Silicon Valley.
Το νομικό πλαίσιο εκεί παρέχει στήριξη στην επιχειρηματικότητα;
Σαφώς. Με όση ταχύτητα ανοίγεις μια εταιρεία, με την ίδια την κλείνεις - που είναι το συχνότερο φαινόμενο για τις startup! Στη Silicon Valley η αποτυχία δεν μετράει και υπάρχει σοβαρός αριθμός δικηγόρων που ειδικεύονται στα νομικά θέματα.
Μιλήστε μας για τα «επωαστήρια» όπου θα εγκατασταθούν οι ελληνικές εταιρείες.
Τα incubators είναι βασικό μέρος του οικοσυστήματος, μονάδες ιδιωτικές οι οποίες παρέχουν στις startup την υλική υποδομή, την τεχνική υποστήριξη και την καθοδήγηση. Φιλοξενούν εταιρείες από 30 διαφορετικές χώρες, οπότε σκεφτήκαμε πως καλό θα ήταν να αντιπροσωπεύεται και η Ελλάδα με εταιρείες της. Η κ. Διαμαντοπούλου σκέφτηκε ότι επιδοτούμενες από το υπουργείο της εταιρείες, μέσα από πανεπιστημιακά προγράμματα, μπορούν να είναι υποψήφιες για τον αρχικό πυρήνα.
Και τι θα αποκομίσουν;
Την τεχνογνωσία, το πλεονέκτημα του να εργάζεσαι στο οικοσύστημα της Silicon Valley. Την επαφή με επενδυτές που παρακολουθούν στενά τα «επωαστήρια» αναζητώντας τις startup που θα χρηματοδοτήσουν. Πολύτιμα μαθήματα για την επιχειρηματική ανάπτυξή τους από τους «mentors» και τη δυνατότητα ανταλλαγής ιδεών με άλλες αντίστοιχες εταιρείες.
Μπορεί να «ξεπατικωθεί» το μοντέλο της Silicon Valley;
Eάν η Ελλάδα θέλει να δημιουργήσει μια οικονομία καινοτομίας, πρέπει να εξετάσει ανάλογα μοντέλα. Αυτό της Silicon Valley είναι, φυσικά, ένα μοναδικό φαινόμενο, που χρειάστηκε 50 χρόνια για να αναπτυχθεί. Εχει σημασία, όμως, η χώρα να επιχειρήσει να καταλάβει ποια κομμάτια αυτού του οικοσυστήματος μπορούν να δουλέψουν εδώ. Εμείς, ως επενδυτές, δεν ξέρουμε από πού θα έρθει η επόμενη «λαμπρή» ιδέα, ωστόσο η Ελλάδα έχει ήδη μια βάση καλών ομάδων. Πρέπει να πείσουμε διεθνείς επενδυτές να σκέφτονται και την Ελλάδα ως πηγή καλών μικρών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, όπως έγινε με το Ισραήλ, μετά με την Εσθονία και με άλλες μικρές χώρες.
Με τις startup δεν απαιτούνται μεγάλα κεφάλαια...
Φυσικά, δεν χρειάζεται να σκεφτόμαστε επενδύσεις δισεκατομμυρίων. Η Aster Data του Τάσου Αργυρού, την οποία είχατε παρουσιάσει στο «Κ», ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια με επένδυση 30 εκατ. δολαρίων και μόλις πουλήθηκε αντί 250 - 300 εκατ. στην εισηγμένη Τerra Data.
Πώς βλέπετε την Ελλάδα την παρούσα στιγμή της μεγάλης κρίσης;
Η σημερινή κατάσταση είναι το αποτέλεσμα 50 χρόνων συγκεκριμένης νοοτροπίας και δεν προέκυψε εν μια νυκτί. Η Ελλάδα πρέπει να μάθει να ζει χωρίς δανεισμούς και να δημιουργήσει πηγές εσόδων κυρίως μέσω του εμπορίου - φυσικά, καμία οικονομία δεν στηρίχτηκε σε ένα μόνο πράγμα, αλλά νομίζω ότι η οικονομία της καινοτομίας μπορεί να φέρει την αλλαγή. Τα δείγματα που πήρα από τις συγκεκριμένες εταιρείες είναι ότι η Ελλάδα έχει αρκετές ομάδες με πρωτοποριακές ιδέες. Οπως είπε και ο πρόεδρος Ομπάμα, οι μικρές εταιρείες, οι entrepreneurs, είναι εκείνοι που, ρισκάροντας τα πάντα πολλές φορές, θα μας οδηγήσουν έξω από την ύφεση, σε δρόμους ανάπτυξης.
TΟ ΧΡΟΝΙΚΟ
Απρίλιος 2010 / Ειδικό τεύχος του «Κ» παρουσιάζει τους Ελληνες της Silicon Valley.
Μάιος 2010 / Διακεκριμένοι απόδημοι Ελληνες της τεχνολογίας, των επενδύσεων και του ακαδημαϊκού χώρου καλούνται στο γραφείο του πρωθυπουργού σε κλειστή σύσκεψη.
Οκτώβριος 2010 / Η υπουργός Παιδείας Αννα Διαμαντοπούλου επισκέπτεται τη Silicon Valley, για να δει πώς λειτουργεί το «οικοσύστημά» της: πώς δηλαδή ερευνητικές ομάδες των πανεπιστημίων Stanford και Berkeley χρηματοδοτούνται από επενδυτές και ξεκινούν νέες εταιρείες καινοτομίας. Η επίσκεψή της προετοιμάζεται, ήδη από τον προηγούμενο Αύγουστο, από ομάδα Ελλήνων που είχαν φιλοξενηθεί στο αφιέρωμα του «Κ».
Χειμώνας 2010 - 2011 / 12μελής επιτροπή Ελλήνων της Silicon Valley μελετά και αξιολογεί τους φακέλους 16 ελληνικών εταιρειών, που έχει επιλέξει το υπουργείο Παιδείας μέσα από τα επιδοτούμενα πανεπιστημιακά προγράμματά του, προκειμένου τέσσερις από αυτές να συμμετάσχουν σε πρόγραμμα εμπειρικής λειτουργίας. Επιλέγονται οι τέσσερις.
Ανοιξη 2011 / Wadja και Αdvent ετοιμάζουν... βαλίτσες για τις ΗΠΑ. Aventurine και ΜedBio θα ακολουθήσουν μέσα στο καλοκαίρι.
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ SV
Αδάμ Νικολόπουλος (ADN Capital Ventures), Ανδρέας Σταυρόπουλος (DFJ Ventures), Ευάγγελος Σιμούδης (Trident Capital), Γιώργος Ζαχάρης (Charles River Ventures), Νικόλαος Βονάτσος (General Catalyst Partners), Οδυσσέας Τσαταλός (oDesk), Πάνος Κουγιούρης (Ringcube Technologies), Σπύρος Ξάνθος (Pattern Insight), Τάσος Αργυρός (Aster Data), Θανάσης Κελέκος (Cross Atlantic Ventures), Θάνος Τριάντ (Woodside Fund), Τομ Κατσιούλας (Archon Development Strategies)
Γνωριμία με τις 4 εταιρείες που πήραν το «εισιτήριο»
Aventurine
Το παιχνίδι που κόστισε 10.000.000 ευρώ

Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι, από 190 χώρες σε όλο τον κόσμο, έχουν παίξει το Darkfall της Aventurine - το πρώτο online multiplayer videogame της ελληνικής εταιρείας, την οποία το «Κ» πρωτοπαρουσίασε πέρυσι το Μάιο. Το gameorge, ένα από τα μεγαλύτερα site για gaming, ανακήρυξε πέρυσι το Darkfall το πιο καινοτόμο videogame της χρονιάς και φέτος το καλύτερο ανταγωνιστικό παιχνίδι. «Ο εικονικός κόσμος του δίνει μεγάλη ελευθερία στους παίκτες και έχει έντονη δράση», λέει ο Τάσος Φλάμπουρας, γενικός διευθυντής της εταιρείας. Εξάλλου, όταν το 2003 μαζί με τον Ζαντ Μεχντάουι και τον Σπύρο Ιορδάνη, πρόεδρο και οικονομικό διευθυντή αντίστοιχα, ίδρυσαν την Aventurine, ο στόχος ήταν να φτιάξουν ένα βιντεοπαιχνίδι που θα άρεσε πρώτα στους ίδιους.
Της επίσημης κυκλοφορίας του, το 2009, προηγήθηκε εξαετής δοκιμαστική περίοδος, κατά την οποία περιορισμένος αριθμός χρηστών έπαιζε με σκοπό να επισημάνει τυχόν λάθη ή να κάνει προτάσεις για τη βελτίωσή του. «Τα σχόλια («post») από τους χρήστες ξεπέρασαν τα πέντε εκατομμύρια και μας βοήθησαν να κάνουμε το παιχνίδι πιο ανταγωνιστικό», προσθέτει ο κ. Φλάμπουρας. «Η απήχησή του αυτά τα δύο χρόνια έχει ξεπεράσει τις προσδοκίες μας».
Ποια ήταν η συνταγή επιτυχίας; «Οι αμέτρητες ώρες προσωπικής εργασίας αλλά και η πίστη μας ότι θα καταφέρουμε να ξεπεράσουμε τις όποιες αντιξοότητες». Αντιξοότητες που είχαν να κάνουν και με το γεγονός ότι έπρεπε να πείσουν την πολιτεία και τις εγχώριες τράπεζες ότι το Darkfall δεν έχει καμία σχέση με τα τυχερά… φρουτάκια. «Η συνέπεια ήταν να χρησιμοποιήσουμε κυρίως ίδια κεφάλαια για να καλύψουμε τα περίπου 10 εκατ. ευρώ που κόστισε η ανάπτυξη του παιχνιδιού». Κυρίως για τις αμοιβές των 48 υπαλλήλων που απασχολεί σήμερα η εταιρεία, όπως επίσης και των 55 συνεργατών της σε όλο τον κόσμο, οι οποίοι παρέχουν τεχνική υποστήριξη.
Σήμερα έχουν κάθε λόγο να νιώθουν δικαιωμένοι, από τη στιγμή που ο παρθενικός της τίτλος αποδείχθηκε κερδοφόρος ήδη από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του. «Τους επόμενους μήνες ετοιμαζόμαστε να κάνουμε μια μεγάλη αναβάθμιση στο Darkfall, ενώ με την παρουσία μας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού πιστεύουμε ότι θα εξασφαλίσουμε την απαραίτητη χρηματοδότηση και προβολή για να δημιουργήσουμε ένα νέο, ακόμη πιο δημοφιλές βιντεοπαιχνίδι». Κάτι που θα σήμαινε ετήσια έσοδα της τάξης των 10 - 20 εκατ. ευρώ και πενταπλασιασμό των θέσεων εργασίας.
Medbio
Η χλωρίδα των θαλασσών μας στο... φαρμακείο

Αντιγηραντικές ουσίες που θα χρησιμοποιούνται σε αντηλιακά και άλλα είδη κοσμητολογίας. Συστατικά που θα προστίθενται σε τρόφιμα, προσδίδοντάς τους αντιοξειδωτική δράση. Πρόσθετα σε βιολειτουργικά συμπληρώματα διατροφής νέας γενιάς, τα οποία θα μπορούν να βελτιώσουν την υγεία των μαλλιών και του δέρματος. Είναι μόνο μερικά από τα προϊόντα που αναμένεται να κυκλοφορήσουν σύντομα στο εμπόριο, αξιοποιώντας τις πρωτόγνωρες ιδιότητες ουσιών οι οποίες προέρχονται από συγκεκριμένα είδη θαλάσσιων οργανισμών (μικροφύκη και μακροφύκη) που ζουν και εξελίσσονται στο ελληνικό θαλάσσιο οικοσύστημα εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Και τα προϊόντα αυτά θα γίνουν πραγματικότητα χάρη στις έρευνες της εταιρείας MedBio πάνω στην ελληνική υδρόβια χλωρίδα.
«Η MedΒio ειδικεύεται στη θαλάσσια βιοτεχνολογία, δηλαδή σε πρώτο στάδιο αναζητεί θαλάσσιους μικροοργανισμούς, οι οποίοι παράγουν χρήσιμες βιολογικές ενώσεις», επισημαίνει ο δρ Αλέξης Παύλου, βιοτεχνολόγος και επιστημονικός διευθυντής. «Επίσης, προσπαθεί να ανακαλύψει ποιες είναι οι κατάλληλες συνθήκες για την καλλιέργεια των μικροοργανισμών έξω από τη θάλασσα, αλλά και να επινοήσει μεθόδους για την απομόνωση των παραγόμενων ουσιών». Πέρα από τη δράση τους, αυτές οι ουσίες μπορούν να διατηρηθούν για χρόνια χωρίς συντηρητικά, κοστίζουν πολύ φθηνότερα από τα συνθετικά χημικά και είναι απόλυτα φιλικές προς το περιβάλλον και τον ανθρώπινο οργανισμό, χωρίς να προκαλούν καμία παρενέργεια.
Η εταιρεία συστήθηκε πριν από τρία χρόνια από τον δρα Παύλου, τους βιολόγους Ανδρέα Ντατσόπουλο, Στέφανο Δάφνη και τον επιχειρηματία Μιχάλη Μαρίνο, ιδιοκτήτη μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας στη Χίο, ο οποίος έχει επενδύσει 500.000 ευρώ. «Ουσιαστικά, τα πρώτα πειραματικά αποτελέσματα προήλθαν από την ομάδα του κ. Βασίλη Ρούσση, καθηγητή στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και συμβούλου της MedΒio, τα οποία εμείς εξελίξαμε σε βιομηχανική έρευνα», σημειώνει ο επιστημονικός διευθυντής της εταιρείας. Η MedBio απασχολεί προς το παρόν πέντε επιστήμονες, ενώ διατηρεί τα κεντρικά γραφεία και τις εγκαταστάσεις της στην περιοχή Λευκωνία του νησιού, όπου γίνεται η απομόνωση των παραγόμενων ουσιών. Μερικοί από τους θαλάσσιους μικροοργανισμούς που σκοπεύει να αξιοποιήσει άμεσα καλλιεργούνται στη Σητεία της Κρήτης, σε μια τοπική ιχθυοκαλλιέργεια. Και από την αξιοποίησή τους προσδοκά τα επόμενα χρόνια σε ετήσια έσοδα μερικών εκατομμυρίων ευρώ, δεκαπλασιάζοντας το ανθρώπινο δυναμικό της.
«Ενα σημαντικό πλεονέκτημα είναι πως οι μικροοργανισμοί δεν μπορούν να καλλιεργηθούν μακριά από τα περιβάλλοντα στα οποία ενδημούν, κάτι που σημαίνει πως είναι εξαιρετικά δύσκολο π.χ. μια αμερικανική εταιρεία να χρησιμοποιήσει ελληνικούς θαλάσσιους οργανισμούς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού», σημειώνει ο δρ Παύλου. Μάλιστα, τα υδρόβια οικοσυστήματα της χώρας μας είναι τόσο πλούσια που μπορούν να δημιουργήσουν έναν νέο κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, ο οποίος θα τα εκμεταλλεύεται για να παράγει εξαγώγιμα προϊόντα, προστατεύοντας ταυτόχρονα το περιβάλλον. «Οι τεχνολογίες που έχουμε αναπτύξει είναι βέβαιο πως επιτρέπουν πολλές ακόμη εφαρμογές (όπως π.χ. στη βιοϊατρική και τη νανοτεχνολογία), αρκεί να επενδυθούν κεφάλαια προκειμένου να εξερευνηθούν συστηματικά οι ελληνικές θάλασσες». Κεφάλαια τα οποία η εταιρεία προσδοκά να βρει στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ.
Wadja Media
Το κοινωνικό δίκτυο όσων έχουν κάτι... κοινό

Μια ελληνική εταιρεία έρχεται να δώσει τη δική της πνοή στην κοινωνική δικτύωση μέσω του Ιντερνετ. Ο λόγος για τη Wadja Media και το site της www.wadja.com. Η καινοτομία του; Τα μέλη δεν κάνουν «φίλους», όπως στο Facebook, αλλά ενδιαφέρονται για το ίδιο χόμπι, μουσικό συγκρότημα ή σπορ - για το ίδιο «label», σύμφωνα με την ορολογία του site.
«Κάθε χρήστης μπορεί να συμμετάσχει σε ήδη υπάρχουσες κοινότητες ή να δημιουργήσει ένα δικό του label χτίζοντας μια νέα ομάδα γύρω από αυτό», εξηγεί ο Αλέξης Χριστοφόρου, διευθύνων σύμβουλος. Τα μέλη μιας ομάδας ενημερώνονται αποκλειστικά για τις ειδήσεις σχετικά με το αντίστοιχο label είτε από τους υπόλοιπους χρήστες είτε από υπηρεσίες σαν το Twitter και το YouTube. Και βέβαια, μπορούν να ανταλλάσσουν μηνύματα, emails, sms, βίντεο και φωτογραφίες, μέσω υπολογιστή ή κινητού. «Αυτή η φιλοσοφία networking έλειπε από το Διαδίκτυο, αν και ταιριάζει περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε στην πραγματική ζωή», συμπληρώνει ο κ. Χριστοφόρου. «Με διαφορετικούς ανθρώπους από τον κοινωνικό μας περίγυρο μοιραζόμαστε και διαφορετικά χόμπι ή προτιμήσεις». Ετσι, το Wadja δίνει την ευκαιρία στα μέλη του να έρθουν σε επαφή με όσα άτομα έχουν πάθος για τα ίδια πράγματα - με κριτήριο «όχι ποιους ξέρετε, αλλά ποια σας ενδιαφέρουν», όπως είναι το μότο της πλατφόρμας. Οι εγγεγραμμένοι χρήστες έχουν ήδη ξεπεράσει τα 6.000.000, από 200 και πλέον χώρες, τη στιγμή που καθημερινά προστίθενται 100.000 καινούργια labels.
Το site κλείνει τέσσερα χρόνια ζωής, με πρωτεργάτες τον Αλέξη Χριστοφόρου και τον Αργύρη Αργυρίου και επενδύσεις οι οποίες έχουν ξεπεράσει τα 4.000.000 ευρώ. «Η πλατφόρμα απέκτησε την τωρινή δομή της τον τελευταίο χρόνο, όταν αποφασίσαμε πως θα πρέπει να παρέχει μια εναλλακτική υπηρεσία η οποία δεν θα ανταγωνίζεται μεγαθήρια σαν το Facebook και το Twitter, αλλά θα τα συμπληρώνει».
Η εταιρεία εκτιμά πως η Silicon Valley θα της εξασφαλίσει χρηματοδότηση και τεχνογνωσία, ώστε μέσα στα επόμενα τρία χρόνια να δεκαπλασιάσει τον αριθμό των μελών, αυξάνοντας παράλληλα το προσωπικό της σε τουλάχιστον 75 άτομα από 10 που είναι σήμερα. Σε αυτή την περίπτωση, προβλέπει πως ο τζίρος της θα ξεπερνά ετησίως τα 30.000.000, από ιντερνετικές διαφημίσεις και τους επιχειρηματικούς ομίλους στους οποίους πολύ σύντομα θα ξεκινήσει να προσφέρει την υποδομή ώστε να δημιουργούν τα δικά τους κοινωνικά δίκτυα για τους πελάτες τους.
Advent Technologies
Πρωτοπόρος στις κυψέλες υδρογόνου

Η Advent Technologies θέλει να φέρει πιο κοντά την εποχή που αυτοκίνητα και μέσα μαζικής μεταφοράς θα βγάζουν από τις εξατμίσεις τους καθαρό… νερό, αφού θα χρησιμοποιούν ως καύσιμο το υδρογόνο - ένα στοιχείο που βρίσκεται σε αφθονία στη Γη και το οποίο μπορεί να παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές. Μέχρι αυτό να γίνει πραγματικότητα, η εταιρεία υπόσχεται αρκετές άμεσες εφαρμογές. «Φανταστείτε καυστήρες νέας τεχνολογίας σε κτίρια, οι οποίοι καταναλώνουν υδρογόνο από το φυσικό αέριο για να παράγουν ηλεκτρισμό και θερμότητα με ελάχιστες εκπομπές ρύπων. Επίσης, επαναστατικές μπαταρίες για κινητά τηλέφωνα ή φορητούς υπολογιστές που χρησιμοποιούν υγρά καύσιμα (π.χ. μεθανόλη), ώστε να επαναφορτίζονται αμέσως μόλις ανανεωθεί το καύσιμό τους», λέει ο Βασίλης Γρηγορίου, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας.
Η «καρδιά» των οχημάτων του μέλλοντος, των ηλεκτρονικών γκάτζετ με πρακτικά απεριόριστη αυτονομία και των «πράσινων» καυστήρων είναι οι κυψέλες καυσίμου υψηλής θερμοκρασίας που αναπτύσσει η Advent Technologies, συσκευές οι οποίες μετατρέπουν σε ηλεκτρισμό και θερμότητα τη χημική ενέργεια του υδρογόνου. «Για να συμβεί αυτό, ο αρχικός στόχος που θέσαμε είναι να αναπτύξουμε τις ειδικές μεμβράνες που αποτελούν το κύριο εξάρτημα των κυψελών», συμπληρώνει ο κ. Γρηγορίου. Στόχος που άρχισε να υλοποιείται με την ίδρυση της εταιρείας το 2005, από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Πατρών και του Ερευνητικού Ινστιτούτου Χημικής Μηχανικής και Χημικών Διεργασιών Υψηλής Θερμοκρασίας (ΕΙΧΜ και ΔΥΘ), το οποίο ανήκει στο Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας της Κρήτης. Μέχρι σήμερα, η χρηματοδότησή της ξεπερνά τα 5 εκατ. ευρώ - από ιδιώτες όπως οι Systems Sunlight και Velti αλλά και το υπουργείο Ανάπτυξης μέσω του προγράμματος ΠΡΑΞΕ.
Μαζί με τον καθηγητή Ιωάννη Καλλίτση του Πανεπιστημίου Πατρών και τον Στέλιο Νεοφυτίδη από το ΕΙΧΜ και ΔΥΘ, συνιδρυτές της Advent, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν τα εργαστήρια στο Επιστημονικό Πάρκο Πατρών, όπου οι 15 επιστήμονές της κατάφεραν να κατασκευάσουν μεμβράνες οι οποίες πληρούν τις επιθυμητές προδιαγραφές. Σήμερα η εταιρεία όχι μόνο πουλάει αυτές τις μεμβράνες σε άλλους κατασκευαστές, αλλά αναπτύσσει και η ίδια ολόκληρα τα συστήματα κυψελών καυσίμου, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά δικές της τεχνολογίες - είναι χαρακτηριστικό πως έχει κατοχυρώσει αρκετές πατέντες στην Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Ασία. Τα συστήματα της Advent επιτυγχάνουν μάλιστα καλύτερη απόδοση, είναι πιο αξιόπιστα και έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από εκείνα των ανταγωνιστών τους.
Παράλληλα, η Advent έχει ιδρύσει εδώ και αρκετούς μήνες μια θυγατρική στη Βοστώνη ενώ, με την παρουσία της στη Silicon Valley, φιλοδοξεί να έρθει σε επαφή με παγκοσμίως κορυφαίες επιχειρήσεις, με σκοπό τη σύναψη νέων συνεργασιών για τη βελτίωση των εφαρμογών της. «Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που έχουμε σήμερα παγκοσμίως δεν θα ισχύει βέβαια για πάντα», επισημαίνει ο κ. Γρηγορίου. «Οπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες εταιρείες αιχμής, χρειαζόμαστε τη στήριξη της πολιτείας μέχρι η τεχνολογία μας να διαδοθεί εμπορικά». Ετσι κι αλλιώς, η παγκόσμια αγορά των κυψελίδων καυσίμου, στην οποία η Advent φιλοδοξεί να πρωταγωνιστήσει, αναμένεται να φτάσει τα 20 δισ. ευρώ μέχρι το 2020.
















Από: Financial Post

Climate models go cold 

 
Carbon warming too minor to be worth worrying about
By David Evans
The debate about global warming has reached ridiculous proportions and is full of micro-thin half-truths and misunderstandings. I am a scientist who was on the carbon gravy train, understands the evidence, was once an alarmist, but am now a skeptic. Watching this issue unfold has been amusing but, lately, worrying. This issue is tearing society apart, making fools out of our politicians.
Let’s set a few things straight.
The whole idea that carbon dioxide is the main cause of the recent global warming is based on a guess that was proved false by empirical evidence during the 1990s. But the gravy train was too big, with too many jobs, industries, trading profits, political careers, and the possibility of world government and total control riding on the outcome. So rather than admit they were wrong, the governments, and their tame climate scientists, now outrageously maintain the fiction that carbon dioxide is a dangerous pollutant.
Let’s be perfectly clear. Carbon dioxide is a greenhouse gas, and other things being equal, the more carbon dioxide in the air, the warmer the planet. Every bit of carbon dioxide that we emit warms the planet. But the issue is not whether carbon dioxide warms the planet, but how much.
Most scientists, on both sides, also agree on how much a given increase in the level of carbon dioxide raises the planet’s temperature, if just the extra carbon dioxide is considered. These calculations come from laboratory experiments; the basic physics have been well known for a century.
The disagreement comes about what happens next.
The planet reacts to that extra carbon dioxide, which changes everything. Most critically, the extra warmth causes more water to evaporate from the oceans. But does the water hang around and increase the height of moist air in the atmosphere, or does it simply create more clouds and rain? Back in 1980, when the carbon dioxide theory started, no one knew. The alarmists guessed that it would increase the height of moist air around the planet, which would warm the planet even further, because the moist air is also a greenhouse gas.
This is the core idea of every official climate model: For each bit of warming due to carbon dioxide, they claim it ends up causing three bits of warming due to the extra moist air. The climate models amplify the carbon dioxide warming by a factor of three — so two-thirds of their projected warming is due to extra moist air (and other factors); only one-third is due to extra carbon dioxide.
That’s the core of the issue. All the disagreements and misunderstandings spring from this. The alarmist case is based on this guess about moisture in the atmosphere, and there is simply no evidence for the amplification that is at the core of their alarmism.
Weather balloons had been measuring the atmosphere since the 1960s, many thousands of them every year. The climate models all predict that as the planet warms, a hot spot of moist air will develop over the tropics about 10 kilometres up, as the layer of moist air expands upwards into the cool dry air above. During the warming of the late 1970s, ’80s and ’90s, the weather balloons found no hot spot. None at all. Not even a small one. This evidence proves that the climate models are fundamentally flawed, that they greatly overestimate the temperature increases due to carbon dioxide.
This evidence first became clear around the mid-1990s.
At this point, official “climate science” stopped being a science. In science, empirical evidence always trumps theory, no matter how much you are in love with the theory. If theory and evidence disagree, real scientists scrap the theory. But official climate science ignored the crucial weather balloon evidence, and other subsequent evidence that backs it up, and instead clung to their carbon dioxide theory — that just happens to keep them in well-paying jobs with lavish research grants, and gives great political power to their government masters.
There are now several independent pieces of evidence showing that the earth responds to the warming due to extra carbon dioxide by dampening the warming. Every long-lived natural system behaves this way, counteracting any disturbance. Otherwise the system would be unstable. The climate system is no exception, and now we can prove it.
But the alarmists say the exact opposite, that the climate system amplifies any warming due to extra carbon dioxide, and is potentially unstable. It is no surprise that their predictions of planetary temperature made in 1988 to the U.S. Congress, and again in 1990, 1995, and 2001, have all proved much higher than reality.
They keep lowering the temperature increases they expect, from 0.30C per decade in 1990, to 0.20C per decade in 2001, and now 0.15C per decade — yet they have the gall to tell us “it’s worse than expected.” These people are not scientists. They overestimate the temperature increases due to carbon dioxide, selectively deny evidence, and now they conceal the truth.
One way they conceal is in the way they measure temperature.
The official thermometers are often located in the warm exhaust of air conditioning outlets, over hot tarmac at airports where they get blasts of hot air from jet engines, at waste-water plants where they get warmth from decomposing sewage, or in hot cities choked with cars and buildings. Global warming is measured in 10ths of a degree, so any extra heating nudge is important. In the United States, nearly 90% of official thermometers surveyed by volunteers violate official siting requirements that they not be too close to an artificial heating source.
Global temperature is also measured by satellites, which measure nearly the whole planet 24/7 without bias. The satellites say the hottest recent year was 1998, and that since 2001 the global temperature has levelled off. Why does official science track only the surface thermometer results and not mention the satellite results?
The Earth has been in a warming trend since the depth of the Little Ice Age around 1680. Human emissions of carbon dioxide were negligible before 1850 and have nearly all come after the Second World War, so human carbon dioxide cannot possibly have caused the trend. Within the trend, the Pacific Decadal Oscillation causes alternating global warming and cooling for 25 to 30 years at a go in each direction. We have just finished a warming phase, so expect mild global cooling for the next two decades.
We are now at an extraordinary juncture. Official climate science, which is funded and directed entirely by government, promotes a theory that is based on a guess about moist air that is now a known falsehood. Governments gleefully accept their advice, because the only ways to curb emissions are to impose taxes and extend government control over all energy use. And to curb emissions on a world scale might even lead to world government — how exciting for the political class!
Even if we stopped emitting all carbon dioxide tomorrow, completely shut up shop and went back to the Stone Age, according to the official government climate models it would be cooler in 2050 by about 0.015 degrees. But their models exaggerate 10-fold — in fact our sacrifices would make the planet in 2050 a mere 0.0015 degrees cooler!
Finally, to those who still believe the planet is in danger from our carbon dioxide emissions: Sorry, but you’ve been had. Yes, carbon dioxide is a cause of global warming, but it’s so minor it’s not worth doing much about.
Financial Post
David Evans consulted full-time for the Australian Greenhouse Office (now the Department of Climate Change) from 1999 to 2005, and part-time 2008 to 2010, modelling Australia’s carbon in plants, debris, mulch, soils, and forestry and agricultural products. He is a mathematician and engineer, with six university degrees, including a PhD from Stanford University in electrical engineering. The comments above were made to the Anti-Carbon-Tax Rally in Perth, Australia, on March 23.